Το Σχέδιο Ανάν δεν εανένωνε, αλλά διχοτομούσε την Κύρο

 

(Ειστολή του Ραφαήλ Πααδόουλου, ομότιμου καθηγητή θερμοδυναμικής, γενικού γραμματέα της εν Λονδίνω Ελληνικής Αντιδικτατορικής Ειτροής (1967-1974), ου δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 25.5.04).

 

 

Η έκδηλη διάσταση ου υ­άρχει ανάμεσα στις εκτι­μήσεις της ολιτικής ηγε­σίας και σε αυτές της κοινής γνώμης αναφορικά με το Σχέδιο Ανάν είναι ενδεικτική της αδυ­ναμίας της ολιτικής να εικοι­νωνήσει και να συγχρονισθεί με το λαϊκό αίσθημα. Και η αδυνα­μία αυτή δεν είναι άσχετη με αυ­τό ου ονομάζεται αλαζονεία της εξουσίας και την έλλειψη σε­βασμού ρος το νόημα των λέξε­ων ου χρησιμοοιούνται.

 

Χαρακτηριστικό αράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι οι διακηρύξεις τόσων εωνύμων ως το Σχέδιο Ανάν εανενώνει την Κύρο.

Παρ' όλα αυτά το Σχέδιο Ανάν ροβλέει τη λειτουργία τριών κρατών στην Κύρο. Υάρχουν τα δύο ίσα και κυρίαρχα συνιστώντα κρά­τη – ένα ελληνοκυριακό και ένα τουρκοκυριακό – ου ασκούν τις ουσιαστικές εξουσίες – το κα­θένα στη δική του λευρά της διαχωριστικής γραμμής ου εξα­κολουθεί βέβαια να υάρχει.

Τα συνιστώντα κράτη έχουν εθνικά αμιγείς κυβερνήσεις και Βουλές και τα Συντάγματά τους ψηφίζο­νται και αναθεωρούνται αό τις δύο κοινότητες αντίστοιχα.

Το τρίτο κράτος είναι το κοινό κρά­τος ου ασκεί ολύ εριορισμέ­νες εξουσίες, λειτουργεί με Σύ­νταγμα ου είναι σχεδόν όμοιο με αυτό των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και υόκειται στις Συνθήκες Εγγυήσεως και τα ε­εμβατικά δικαιώματα της Βρε­τανίας, της Ελλάδος και της Τουρκίας.

Και βέβαια ρέει να θυμηθούμε ως το Σύνταγμα της Ζυρίχης έχει δοθεί αό τις εγ­γυήτριες δυνάμεις και, για τα βασικά του άρθρα, δεν ροβλέ­ει διαδικασία αναθεωρήσεως. Προβλέει όμως δικαίωμα αρνη­σικυρίας σε όλες τις αοφάσεις για την τουρκοκυριακή κοινό­τητα, ίση αριθμητική εκροσώ­ηση των δύο κοινοτήτων στη γερουσία και υοχρεωτική ειδι­αιτησία -αό μη-Κύριους δικα­στές- σε ερίτωση διαφωνίας.

 

Η ιδέα ως η εαναφορά του Συντάγματος της Ζυρίχης και των Συνθηκών Εγγυήσεως, ου οδήγησαν στην κρίση του 1963 και στην εισβολή του 1974, οδη­γεί στην εανένωση την Κύρο του 2004, ακούγεται σαν ανούσιο αστείο αό τη μεγάλη λειοψη­φία των Ελλήνων.

Η σοβαρή λευρά του θέματος, όμως, βρί­σκεται στο ότι η κραυγαλέα α­συμμετρία στην κατανομή των ε­ξουσιών και τη βιωσιμότητα ανά­μεσα στα δύο συνιστώντα κράτη και το κοινό κράτος δεν φαίνεται τυχαία. Είναι μάλλον ένδειξη της ευκολίας με την οοία μια ερι­λοκή στη λειτουργία του κοινού Κράτους μορεί να οδηγήσει στη ντε φάκτο λειτουργία της Κύ­ρου με τη μορφή των δύο ί­σων και κυριάρχων συνιστώντων κρατών ου θα διεκδικούν εί ίσοις όροις διεθνή αναγνώρι­ση.

Αν όμως ρόκειται να φτά­σουμε σε αναγνωρισμένο τουρ­κοκυριακό κράτος με αυτόν τον τρόο και με αυτούς τους όρους, είναι αείρως καλύτερα να ερι­μένουμε όσο χρειάζεται για να διαραγματευθούμε μια αρό­μοια λύση αό διαφορετική και αλούστερη βάση. Και για μια τέ­τοια ορεία θα βοηθούσε ολύ η αοκατάσταση του σεβασμού στο νόημα των λέξεων. Αυτό ση­μαίνει ως ο ανούσιος ευφημι­σμός της εανενεώσεως ρέ­ει – άμεσα και είσημα – να δώ­σει τη θέση του στην ραγματι­κότητα ου είναι ως η λύση ου ειδιώκουμε – και μορούμε να έ­χουμε – αοβλέει την κατά το δυνατόν ιο ευνοϊκή για μας εαναχάραξη της διαχωριστικής γραμμής με το μικρότερο κόστος.

 

Στο μεταξύ, η διάυρη ευχή και ελίδα των αανταχού Ελλή­νων ρέει να είναι ως η κυ­βέρνηση της μητέρας-ατρίδας θα κλείσει ερμητικά τα αυτιά της στις συμβουλές των γνωστών ασόνδων φίλων για ένα νέο δη­μοψήφισμα σε ένα νέο Σχέδιο Ανάν και θα σταθεί στο λευρό του κυριακού ελληνισμού, στην ροσάθεια του να είσει για τα δίκαια και δικαιώματα του.