Το θέμα του ονόματος της FYROM δεν μορεί να είναι τίοτε άλλο αρά θέμα συμβιβασμού, δεν ισχύει όμως το ίδιο και με το ζήτημα της αναγνώρισης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοεδίου

 

(Ειστολή του Ραφαήλ Πααδόουλου, ομότιμου καθηγητή Θερμοδυναμικής, ου δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 5.2.08)

 

 

Σύμφωνα με κάοιες εισηγήσεις θα ρέει η Ελλάδα να διαραγματευθεί με τους Αλβανούς, τους Αμερικανούς ή το ΝΑΤΟ, τη στήριξη των θέσεών της στο θέμα του ονόματος της FYROM σε αντάλλαγμα της αναγνώρισης της εικείμενης μονομερούς ανεξαρτησίας του Κοσσυφοεδίου. Εκείνο όμως ου ρέει ολύ ερισσότερο για την ερίτωση, είναι ο ροσεκτικός ροβληματισμός, γιατί ρόκειται για θέματα ου δεν μαίνουν στο ίδιο τσουβάλι κατά τη γνωστή λαϊκή ρήση. Το θέμα του ονόματος της FYROM δεν μορεί να είναι τίοτα άλλο αρά θέμα συμβιβασμού, αυτό όμως δεν ισχύει στο θέμα της αναγνωρίσεως της μονομερούς ανεξαρτησίας του Κοσσυφοεδίου.

 

Το νομικό υόβαθρο για την ύαρξη της Διοικήσεως του ΟΗΕ στο Κοσσυφοέδιο – και την αρουσία των στρατιωτικών δυνάμεων ου την στηρίζουν – είναι το γνωστό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας ου – εκτός αό τα άλλα – ορίζει ως το Κοσσυφοέδιο είναι τμήμα της Σερβίας. Η διευκρίνιση αυτή ήταν μια α τις βασικές ροϋοθέσεις τόσο για την αοχώρηση του σερβικού στρατού – και την αναίμακτη είσοδο του στρατού του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοέδιο – όσο και για την έκδοση του ψηφίσματος. Και αυτός ήταν ο τρόος τον οοίο εέλεξε η διεθνής κοινότητα στην ροσάθειά της να αντιμετωίσει όχι μόνο την κατάσταση στο Κοσσυφοέδιο, αλλά και τις ειτώσεις ου είχε η αραβίαση του Διεθνούς Δικαίου  α το ΝΑΤΟ, με τους βομβαρδισμούς της τότε Γιουγκοσλαβίας, το 1999.

 

Με αυτά τα δεδομένα, η βασική αντίρρηση στις εισηγήσεις ου ακούγονται είναι ως η συμμόρφωση ρος το Διεθνές Δίκαιο – ου στη συγκεκριμένη ερίτωση εκφράζεται  στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ – δεν είναι εκλεκτική ούτε εηρεάζεται α τις ιδιαιτερότητες ου μορεί να έχει η κάθε ερίτωση. Υάρχει, άλλωστε, το διδακτικό ροηγούμενο ως η είκληση ιδιαιτεροτήτων χρησιμοοιήθηκε στην ροσάθεια να δικαιολογηθούν ηθικά ολισθήματα και αρανομίες, όως οι βομβαρδισμοί της Γιουγκοσλαβίας και η εισβολή στο Ιράκ.

Η εκλεκτική εφαρμογή των διεθνών κανόνων αοτελεί διαχρονική αδυναμία των εκάστοτε ισχυρών, στην οοία φαίνεται ειρρεής η υερδύναμη της εοχής μας. Μια άλλη διαχρονική αδυναμία των ισχυρών εκφράζεται με το ότι χρειάζονται την υενθύμιση ως η ισχύς – στρατιωτική ή άλλου είδους – είναι εφήμερη. Σ αυτήν τη βάση η αραγνώριση των διδαγμάτων της ιστορίας αό τους εκάστοτε ισχυρούς αοδεικνύεται οδυνηρή για τους ίδιους. Είναι όμως ιδιαίτερα οδυνηρή – και τελείως ακατανόητη – στην ερίτωση μικρών χωρών ου μόνιμα υφίστανται τις ολέθριες συνέειες της αυθαιρεσίας και της ρευστότητας των διεθνών κανόνων.

 

Στη συγκεκριμένη ερίτωση θα είναι τραγικό λάθος αν η Ελλάδα – και κάοιες άλλες χώρες ου έχουν φωτιά στο σίτι τους – εισθούν ως οι ιδιαιτερότητες  δικαιολογούν την αραβίαση του Διεθνούς Δικαίου με την αναγνώριση της μονομερούς ανεξαρτησίας του Κοσσυφοεδίου. Η άοψη αυτή σχετίζεται με την ρόβλεψη ως – στο σύντομο μέλλον – οι χώρες αυτές θα διαιστώσουν ως η ρευστότητα δεν εριορίζεται στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά εεκτείνεται και στη λίστα των ιδιαιτεροτήτων. Και ως η λίστα αυτή εριλαμβάνει και ιδιαιτερότητες ου δικαιολογούν την – εκλεκτική άντοτε – αναγνώριση της ανεξαρτησίας και άλλων εριοχών συμεριλαμβανομένης και αυτής της – ούτω καλουμένης – Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύρου.