Σοφιστεία, ιδιοτέλεια και ερμηνεία του Συντάγματος

(Άρθρο του Χαρίδημου Κ. Τσούκα, καθηγητή στο ALBA και στο University of Warwick, στην Καθημερινή στις 15-16/8/09, ου  μας εντυωσίασε για την οιότητα, την εμβρίθεια και και τη σαφήνειά του)

 

H θεσμική αρακμή μιας κοινωνίας αοτυώνεται ρωτίστως στη γλώσσα με την οοία διεξάγεται η ολιτική εικοινωνία. Οως ροσφυώς αρατήρησε ο Τζορτζ Οργουελ, όταν αρακμάζει η ολιτική ζωή διαστρέφεται η γλώσσα, κι όταν διαστρέφεται η γλώσσα διαφθείρεται η σκέψη. Στο Σύνταγμα της Ελλάδος ορίζεται ο τρόος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα, όως κάθε κείμενο, υόκειται σε ερμηνεία. Η ερμηνευτική ροσέγγιση ενός κειμένου όως το Σύνταγμα δεν είναι αλώς ατομική υόθεση, αλλά αότοκος ιστορικών εθισμών με τις οοίες τα κόμματα έχουν διαμορφώσει τη γνωστική-ερμηνευτική τους ικανότητα και ολιτική ρακτική.

Ο Ουμέρτο Εκο κάνει δύο συναφείς διακρίσεις: ρώτον μεταξύ της ǹρόθεσης του κειμένου και της ǹρόθεσης του αναγνώστη και δεύτερον, μεταξύ ερμηνείας και χρήσης ενός κειμένου. Και οι δύο διακρίσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Ο αναγνώστης μορεί να δει ό,τι θέλει σε ένα κείμενο, ωστόσο η ερμηνευτική του ελευθεριότητα εριορίζεται αό την ǹρόθεση του κειμένου. Η τελευταία δεν είναι άμεσα ορατή ρέει να αναζητηθεί αό τον αναγνώστη, διατυώνοντας σχετικές εικασίες. Πώς όμως ελέγχεται η αληθοφάνεια των εικασιών; Με τη σύγκρισή τους με το νοηματικό σύστημα του κειμένου. Η εσωτερική νοηματική συνοχή του κειμένου ελέγχει τις υοκειμενικές ερμηνευτικές αρορμήσεις του αναγνώστη.

Αν .χ., όως αρατηρεί ο Εκο, στο οίημα του Γουόρντσγουορθ Περιλανώμαι μόνος σα σύννεφο, διαβάσω τη λέξη gay με τη σημερινή της σημασία, τότε αυθαιρετώ έναντι του κειμένου, αφού τον 19ο αιώνα η λέξη gay δεν είχε σεξουαλικές υοδηλώσεις. Αλλο ράγμα η ερμηνεία ενός κειμένου κι άλλο η χρήση του. Οταν ερμηνεύω ρέει να σέβομαι την ǹρόθεση του κειμένου, ενώ όταν το χρησιμοοιώ μορώ να το ροσαρμόζω ανεξέλεγκτα στις δικές μου χρηστικές ροθέσεις.

Ας έρθουμε τώρα στο Σύνταγμα. Το κορυφαίο νομικό κείμενο της Δημοκρατίας μας θέλει τον ανώτατο άρχοντα της χώρας ρυθμιστή του ολιτεύματος και γι αυτό ααιτεί, κατ αρχήν, αυξημένες (δηλαδή διακομματικές) κοινοβουλευτικές λειοψηφίες για την εκλογή του. Αυτή είναι μια αντίληψη ου συναντάται και σε άλλα σημεία του Συντάγματος, όου ειδιώκονται ευρύτερες συναινέσεις για κρίσιμα θέματα λειτουργίας του ολιτεύματος. Οταν ένα κόμμα σέβεται το Σύνταγμα -σέβεται δηλαδή την εσωτερική του λογική και τις αρχές ου το διέουν- αναζητεί υοψήφιους για την ροεδρία της Δημοκρατίας ρόσωα ικανά να δημιουργήσουν διακομματική συναίνεση. Μόνο όταν αυτή είναι ανέφικτη, οότε η αυξημένη κοινοβουλευτική λειοψηφία καθίσταται αδύνατη, το Σύνταγμα ρονοεί ροσφυγή σε εκλογές, ροκειμένου να αρθεί το σχετικό αδιέξοδο.

Οταν το ΠΑΣΟΚ δηλώνει δημοσίως ότι συμφωνεί με τη Ν.Δ. για την ανανέωση της θητείας του σημερινού Προέδρου, τότε έχει ροφανώς ειτευχθεί συναίνεση, οότε δεν χρειάζεται ροσφυγή σε εκλογές. Το Σύνταγμα δεν λέει ουθενά ότι ο ρόεδρος ρέει να εκλεγεί αό μια Βουλή με νωή λαϊκή εντολή, αλλά αό την εκάστοτε υάρχουσα Βουλή, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Εκλογή αό νέα Βουλή χρειάζεται μόνο όταν η υάρχουσα οδηγείται σε αδιέξοδο. Στο μέτρο ου το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι δεν θα ανανεώσει τη θητεία του σημερινού Προέδρου (τον οοίο ωστόσο υοστηρίζει!) αρά μόνο αφού ροηγηθούν εκλογές, εισάγει ad hoc κριτήρια για να υηρετήσει ιδιοτελείς σκοούς. Με τον τρόο αυτό δεν ερμηνεύει, αλλά χρησιμοοιεί εργαλειακά το Σύνταγμα.

Φυσικά τίοτα αό όλα αυτά δεν εκλήσσει, όως δεν εκλήσσουν οι σύγχρονοι σοφιστές, οι οοίοι αραβλέουν τη δεσμευτική ǹρόθεση του κειμένου, υιοθετώντας ερμηνευτικά στρατηγήματα για να στηρίξουν την ανεξέλεγκτη ǹρόθεση του αναγνώστη. Η δυνατότητα ροκήρυξης εκλογών δεν είναι, κατά το Σύνταγμα, αντίβαρο στην αντοκρατορία του ρωθυουργού, όως λέγεται, στο μέτρο ου δεν ανήκει στην ρόθεση του συνταγματικού κειμένου κάτι τέτοιο. Οτι μορεί η ροσφυγή στις εκλογές να ιδωθεί ως αντίβαρο, δεν την καθιστά ερμηνευτικά ιο έγκυρη α ό,τι η θεώρηση του ανειστημιακού ασύλου αό ακροαριστερές ομάδες ως αντίβαρο στην κρατική εξουσία. Και στις δύο εριτώσεις έχουμε εργαλειακή χρήση του νόμου, όχι όμως ερμηνεία του.

Δεν θα ερίμενα αό τους κ. Ρόβλια και Παουτσή να κατανοήσουν το αραάνω ειχείρημα, όως δεν εριμένω αό τους γαλάζιους και ǹράσινους ολιτικάντηδες να ειδείξουν σεβασμό στους θεσμούς. Οι άνθρωοι είναι αλώς τεχνικοί της εξουσίας: το μόνο ου τους ενδιαφέρει είναι να εικρατήσουν στον άνευ αρχών αγώνα για ισχύ. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι ου δεν αισθάνονται ότι ρέει να υάγουν τη συμεριφορά τους σε κοινούς κανόνες, ούτε δεσμεύονται αό υερκείμενες αρχές. Προσαρμόζουν τα άντα στα κομματικά μέτρα τους ενεργούν ως ιδιώτες, αρνούμενοι να συνεννοηθούν ακόμη και για τα στοιχειώδη. Το Σύνταγμα γι αυτούς έχει την ίδια αξία ου έχουν οι ροεκλογικές υοσχέσεις τους.