Εμμονές Εκκλησίας και εικριτών της, την εοχή του Κοροναϊού

 

Με αφορμή δύο άρθρα των Ν. Αλιβιζάτου και Π. Μουκάλα, στην  Καθημερινή

 

του Ραφαήλ Μεν. Μαϊόουλου

 

1.             Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με την αόφασή της στις 9/3/2020 για το ζήτημα του κορωναϊού, διέραξε ένα μοιραίο λάθος.

 

Εικέντρωσε το ενδιαφέρον της σε κήρυγμα για το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, αντί να άρει αοφάσεις για το ρακτικό ζήτημα της λήψης μέτρων για την αοφυγή της συνάθροισης των ιστών στους ναούς.

 

Παρότι η ααγόρευση της συνάθροισης στους ναούς, για την αοφυγή της  διασοράς του θανατηφόρου ιού, όχι μόνο δεν ροσκρούει στους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας, αλλά, αντιθέτως, στηρίζεται  στην ίδια την διδασκαλία του Ευαγγελίου, ου ειβάλλει να μην εκειράζομεν τον Κύριον τον Θεό μας.

 

Γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: Καὶ (ο διάβολος) ἤγαγεν αὐτὸν (τον Ιησού) εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐὶ τὸ τερύγιον τοῦ ἱεροῦ καὶ εἶεν αὐτῷ εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω γέγραται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται ερί σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε, καὶ ὅτι ἐὶ χειρῶν ἀροῦσι σε, μήοτε ροσκόψης ρὸς λίθον τὸν όδα σου. Καὶ ἀοκριθεὶς εἶεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι εἴρηται, οὐκ ἐκειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου (Λουκάς, Δ΄ 9–12).

 

2.             Όως η Ιερά Σύνοδος έτσι και αρκετοί εικριτές της εικέντρωσαν την κριτική τους για τη στάση της Εκκλησίας στο ζήτημα της αντιμετώισης του κοροναϊού κυρίως στο δόγμα για τη Θεία Κοινωνία.    

 

                  Πρόσφατο αράδειγμα άρθρο του ομότιμου καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου κ. Νίκου Αλιβιζάτου, στην Καθημερινή στις 25 Μαρτίου.

Στο άρθρο αυτό, με τίτλο Ποια δημοκρατία μετά τον COVID-19; ο κ. Αλιβιζάτος, μετά τους Ντόναλντ Τραμ, Ματέο Σαλβίνι, Τζόρτζιο Αγκάμεν και Σλαβόι Ζίζεκ, εμλέκει και τη Θεία Κοινωνία. Υαινισσόμενος ως στο θέμα της Θείας Κοινωνίας άλλη υήρξε η στάση του Οικουμενικού Πατριάρχη και άλλη η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος.  

Γράφει συγκεκριμένα:

Την τιμή της (Ορθοδοξίας) έσωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ενώ Με αφορμή τη συζήτηση για τη Θεία Κοινωνία (η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και οι ελλαδικοί μητροολίτες) έδωσαν ένα ακόμη δείγμα –μοναδικό αγκοσμίως, θα τολμούσα να ω– αρτηριοσκληρωτικής ροσήλωσης στους τύους εις βάρος της ουσίας).

 

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, όμως, άντοτε ίστευαν, δίδασκαν και έρατταν ακριβώς τα ίδια με αυτά ου και σήμερα ιστεύουν, διδάσκουν και ράττουν για τη Θεία Κοινωνία, όως δείχνουν οι ρόσφατες εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και της Αρχιεισκοής Αμερικής:

- Όσοι ροσέρχονται μετά φόβου Θεού, ίστεως και αγάης και αολύτως ελεύθερα χωρίς κανένα δυναστικό καταναγκασμό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ου γίνεται φάρμακο αθανασίας, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον (Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος).

- Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, γνωρίζει εμειρικώς μέσα αό τη δισχιλιετή ορεία της, ότι η Θεία Κοινωνία είναι αντίδοτον του μη αοθανείν και μένει στη μέχρι τώρα Ορθόδοξη διδασκαλία ερί της Θείας Μεταλήψεως (Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου).

- Τα άχραντα μυστήρια, η Αγία Ευχαριστία, δεν είναι αλώς ένα ουσιαστικό στοιχείο αλλά το ίδιο το σώμα και το αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (The sacrament of sacraments, the Holy Eucharist, is not simply a material element but the very body and blood of our Lord Jesus Christ) (Αρχιείσκοος Αμερικής κ. Ελιδοφόρος).

 

3.          Άλλοι ροχώρησαν ερισσότερο, ανακατεύοντας θέματα ίστης και εκκλησιαστικών δογμάτων με θέματα της ειστήμης.

 

Πρόσφατο αράδειγμα άρθρο του κ. Παντελή Μουκάλα με τίτλο Περί της ανοσίας της ίστης,               στην Καθημερινή στις 18 Μαρτίου, όου ο συγγραφέας σημειώνει:

             Οι συντηρητικότεροι της ιεραρχίας και της ολιτικής εινόησαν την ανοσία της ίστης. Είναι σαν να ρεσβεύουν () ότι ήγγικεν ο καιρός () να αναδειχθεί η ανωτερότητα του δικού μας δόγματος και να εικυρωθεί η υεροχή, η μοναδικότητα μάλλον, του δικού μας Θεού. Αν άκουγαν λίγο ροσεκτικότερα τον κοινωνικό ψίθυρο (ο κ. Μουκάλας φαίνεται ως τον άκουσε), ίσως να καταλάβαιναν ότι το μοιραίο ταξίδι στους Αγίους Τόους άνοιξε μια τρυούλα ακόμα και στην ασίδα ίστης των ιο αοφασισμένων, των βαθύτερα εεισμένων. Μια τρυούλα αμφιβολίας. Ή και αράονου.

 

Είναι εκείνοι ου δεν μορούν να δεχτούν ως το θρησκευτικό φαινόμενο δεν συνδέεται με κανένα τρόο με την ειστήμη (δεν την έχει αντίαλο ούτε σύμμαχο), ως αοτελεί μια αγκόσμια διαχρονική Πραγματικότητα και ως δεν μορεί αρά ως Πραγματικότητα να αντιμετωίζεται.                

 

4.             Τέλος, κάοιοι ζήτησαν να εέμβει η Κυβέρνηση και στο ζήτημα της Θείας Κοινωνίας.

 

ΟΜΣ, υάρχει και το ζήτημα της συνταγματικής ροστασίας των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, για το οοίο ο Ευάγγελος Βενιζέλος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, γράφει:

Εάν η Εκκλησία ως υοκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας κατά το άρθρο 13 (του Συντάγματος) θεωρεί ότι αυτοί είναι οι κανόνες της, δεν έχει κανείς δικαστής το δικαίωμα να διατυώσει διαφορετική άοψη (). Είναι συνεώς ροφανές ότι οι ιεροί κανόνες ροστατεύονται κατά το Σύνταγμα ως στοιχεία της θρησκευτικής ταυτότητας, και άρα της θρησκευτικής ελευθερίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Βιβλίο του Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας, κεφ. VIII αρ. 2 Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες (σελ. 448, 450).

 

Ο γράφων, ως μη θεολόγος ή νομικός, δεν μορεί να ει αν τα ως άνω ισχύουν και για τη Θεία Κοινωνία. Οι κ.κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και Νίκος Αλιβιζάτος ασφαλώς μορούν.   

 

5.             Οι αντιεκκλησιαστικές εμμονές βλάτουν το ίδιο με τις εκκλησιαστικές.

 

Θα ήταν αλλιώς τα ράγματα, αν η κριτική για τη στάση της ηγεσίας της Εκκλησίας  στο ζήτημα του κοροναϊού, εικεντρωνόταν όχι στο, θεολογικού ενδιαφέροντος, θέμα της Θείας Κοινωνίας αλλά στο ρακτικό ζήτημα της αοφυγής της συνάθροισης των ιστών στους ναούς, για το οοίο η ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν θα μορούσε να αντιτάξει κανένα ειχείρημα.