Οι ολιτικοί στην τηλεόραση

 

Για τις εμφανίσεις ολιτικών στις τηλεοτικές εκομές έγραψαν:

 

 

Ο Φώτης Καλλιαγκόουλος

στην Καθημερινή, στη στήλη            ΣΤΑΣΕΙΣ με τίτλο Ο κύριος αντάρτης, στις 23.8.08:

Με αμόρφωτους, ανεαρκείς, κινδυνολόγους, ανεύθυνους και υερφίαλους εν ολλοίς δημοσιογράφους, ευδοκιμεί το φρούτο του αντάρτη, των ǹηγών, των κύκλων και των ασφαλών αοκλειστικών ληροφοριών. Συνήθως, αυτός ο τύος του ολύξερου και συνήθως τραμουκίζοντος δημοσιογράφου με την αυτοεοίθηση στα ύψη, είναι αυτός ου φουσκώνει συνήθως τα μυαλά του αντάρτη. Είναι κάτι σαν συγκοινωνούντα δοχεία, αν δεις ώς λησιάζονται .χ. στη Βουλή. Εγώ του εία, αν δεν το αλλάξεις δεν το ψηφίζω! Μου το λες στην κάμερα; Εδώ ο αντάρτης αρχίζει να κάνει τον δύσκολο, αλλά το φιντάνι αρχίζει το ψηστήρι, υαγορεύοντας ακόμη και το ολύτιμο κιου στη σωστή τηλεοτική ασφυκτική διάρκεια και με τη γαργαλιστική τηλεοτική διατύωση ου θα δώσει και τη διάσταση της αιχμηρής διαφωνίας. Αυτά δεν είναι υερβολές για τους ανθρώους του χώρου μας, κι είναι δυστυχώς τμήμα της γενικότερης κατάτωσης και της ίδιας της ολιτικής ζωής.

 

Ο Αλέξης Πααχελάς

στην Καθημερινή, στη στήλη ΣΧΟΛΙΟ  με τίτλο Τηλεααξίωση υουργών, στις 18.4.07:      

Έχουμε άλι το θέαμα υφυουργού, εν μέσω σοβαρής κρίσης, να μιλάει με τους ανακρίνοντες δημοσιογράφους στον ενικό σε μια ατμόσφαιρα αερίγρατης οικειότητος. Ναι Γιώργο μου, Έλα Νίκο μου τώρα, όλα αυτά ακούγονται σαν μια αρέα ου έχει μάθει να κάνει χαβαλέ όλη μαζί. Και οι τηλεερσόνες κάνουν τη δουλειά τους, οι ολιτικοί τι αριστάνουν; Γιατί ρέει να υφίσταται ο Ελληνας ολίτης αυτό το θέαμα, το οοίο ααξιώνει τον θεσμό του ολιτικού και ολύ ερισσότερο του υουργού;.

 

Ο Δημήτρης Α. Kαράνος

στην Καθημερινή, στη στήλη ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ  με τίτλο Περί συμεριφοράς, στις 4-2-07:                 

Να σταθούμε για λίγο και στο χάλι των ειδήσεων στα κανάλια. Είδαμε, έκληκτοι, δυο βουλευτές (της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ) να συζητούν με δυο γνωστούς ǹαραθυράκηδες, οι οοίοι όχι μόνο τους ειρωνεύονταν, όχι μόνο τους διέκοταν αλλά τους μιλούσαν σχεδόν ειτιμητικά και στον ενικό, με τα μικρά τους ονόματα. Θα εαναλάβουμε τη θέση της στήλης και θα ζητήσουμε και άλι αό τους εκροσώους του λαού στο κοινοβούλιο να σεβασθούν το αξίωμά τους και τον θεσμό τον οοίο υηρετούν και να ουν δεν άει άλλο στο είεδο του διαλόγου ου έχει ειβάλει η τηλεοτική μας δημοκρατία. Να αξιώσουν να τους μιλούν στον ληθυντικό, να τους σέβονται και να τους λένε κυρίους. Κάοια στιγμή, η τηλεόραση ρέει ν αρχίσει να διδάσκει συμεριφορά στους ολίτες. Αλλά, θα μου είτε, για να διδάξεις συμεριφορά, ρέει να την έχεις μάθει και ο ίδιος!

 

Ο Χρήστος Γιανναράς

στην Καθημερινή, στη στήλη ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ  με τίτλο Ποια τρομοκρατία τρομοκρατεί ερισσότερο;, στις 28.1.07:

            Καμιά κυβέρνηση δεν είχε και δεν έχει την ικανότητα, την τιμιότητα και τη βούληση να υερασίσει τα στοιχειώδη της δημοκρατίας και της ανθρώινης νοημοσύνης αό αυτή την κρετινική βαναυσότητα αραληροφόρησης.

Και δέχονται υουργοί, βουλευτές, κομματικά στελέχη, με μοναδικό (ροφανέστατο) κίνητρο να ζητιανέψουν τηλεοτική αναγνωρισιμότητα, τον συμφυρμό τους όχι μόνο με δημοσιογράφους εξωνημένους στον ιο χυδαίο κομματισμό, αλλά και με κάτι θλιβερά συμλεγματικά αιδάρια, αοκυήματα κομματικού γενιτσαρισμού, ου κρώζουν κονσερβαρισμένα αναχρονιστικά ιδεολογήματα σαν σε ροστάδιο άνοιας. Στις συζητήσεις αυτές το κακό μορεί να εντοίζεται αφηρημένα στην εξουσία, στο μεγάλο κεφάλαιο ή στον ιμεριαλισμό, έχει όμως συγκεκριμένη ενσάρκωση στους μεροκαματιάρηδες υαλλήλους του κράτους, τους ειφορτισμένους, αό την καθολική κοινωνική βούληση, να ροστατεύουν τη ζωή, την εριουσία, τη σωματική ακεραιότητα των ολιτών.

 

Ο Θάνος Oικονομόουλος

στην Καθημερινή, στη στήλη AΝΕΜΟΔΕΙΚΤΗΣ, στις 13.10.06:

Προφανώς και υάρχει κάοια σύμβαση μεταξύ καναλιών (και τηλεαστέρων) και ολιτικών – δημόσιων ροσώων γενικότερα, αλλά κυρίως ολιτικών: θα σε βγάζουμε, όσο εμαθής, ροκλητικός, διαστρεβλωτής της ραγματικότητας, υβριστής του (αντός!) άλλου, εριστικός και αν είσαι, αρκεί η αρουσία σου να δίνει νούμερα. (Γενικά, δηλαδή, αυτό ου μετράει είναι... τα νούμερα!) Και, αό την άλλη λευρά, η σύμβαση ροβλέει (αό όσο κρίνει κανείς αό την εικόνα ου εκέμεται αό τους τηλεοτικούς δέκτες μας) ως το δημόσιο ρόσωο είναι διατεθειμένο να αίξει τον ρόλο ου τα κανάλια εριμένουν αό αυτό (ακόμη και αν δεν είναι έτσι στην... καθημερινή ραγματικότητα!), αρκεί... να τον ǹαίζει με αντάλλαγμα τη δόλια αναγνωρισιμότητα, την τόσο κρίσιμη για τις κάλες, τους... ανασχηματισμούς, τις εσωκομματικές ισορροίες. Πρόκειται για καθαρή σύμβαση. Με ενδιαφέροντα μικρά γράμματα, για τους αροικούντες τη δημοσιογραφική Ιερουσαλήμ .

 

Ο Στάμος Zούλας

στην Καθημερινή, στη στήλη ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ  με τίτλο Bεζύρηδες και χατζηαβάτες στην T.V., στις 16.10.05:        

Tο αραμύθι ου εικαλούνται οι τηλεοαθείς υουργοί και βουλευτές ερί της

υοχρεώσεώς τους να ενημερώνουν το κοινό ή να ανταοκρίνονται στον αναγκαίο ολιτικό διάλογο, όχι μόνον δεν είθει λέον κανέναν, αλλά έχει γίνει και καταγέλαστο.

Tα ερισσότερα ειδησεογραφικά δελτία και οι ενημερωτικές εκομές των ιδιωτικών καναλιών έχουν μεταβληθεί σε τηλεοδικεία. Mε τον –υοτίθεται– ουδέτερο αρουσιαστή και μια ομάδα δημοσιογράφων-ανακριτών με ροκατειλημμένη άοψη και κρίση. Οι ροσερχόμενοι σε αυτού του είδους τα τηλεοδικεία ολιτικοί, ιδίως του κυβερνώντος κόμματος, γνωρίζουν λέον ότι δεν έχουν καμία δυνατότητα να διαλεχθούν κόσμια, καμία ιθανότητα να είσουν και να ειβάλουν ως ορθή την άοψή τους. H ενοχή και η καταδίκη είναι εκ των ροτέρων δεδομένες, οότε αομένει στα μέλη του τηλεοδικείου να διασύρουν και να εξευτελίσουν τον υόλογο. Aυτός, είτε αντιμετωίζει αθητικά και αδιαμαρτύρητα τη σκαιά συμεριφορά των κατηγόρων του, είτε ροσαθεί να τους αντιμετωίσει με ανάλογο ύφος. Και στις δύο εριτώσεις οι στόχοι του τηλεοδικείου έχουν ειτευχθεί. Αν ο υόλογος συμεριφερθεί ρος τους δικαστάς του, όως ο Xατζηαβάτης στον Bεζύρη, τότε έχουμε τον θρίαμβο του νέου αυτού είδους της δημοσιογραφίας εί της εξουσίας. Αν ο δικαζόμενος ροσαθήσει να μιμηθεί τη συμεριφορά των κατηγόρων του τότε η εκομή μεταβάλλεται σε σκυλοκαβγά, με αοτέλεσμα η τηλεθέαση να εκτιναχθεί στα ύψη.

Φυσικά ο εκτραχηλισμός μιας μερίδος τηλεοτικών δημοσιογράφων δεν είναι κάτι το νέο. Ωστόσο, το φαινόμενο ήταν μέχρι τώρα κάως εριορισμένο και ενδημούσε στα μικρότερα κανάλια. Hδη, όμως, εμφανίζεται εικίνδυνα ειδημικό, αφού έχει ροσβάλει, λιγότερο ή ερισσότερο, τους μεγαλύτερους –και θεωρούμενους σοβαρότερους– ιδιωτικούς σταθμούς. Αρχίζει, δηλαδή, να αοκτά έναν κυριαρχικό ρόλο στον τρόο ασκήσεως του δημοσιογραφικού ελέγχου και της κριτικής, διαλάθοντας έτσι μια νέα σχέση του ολιτικού με το μέσο ενημερώσεως. Σχέση, η οοία αφ ενός τείνει στον εκφυλισμό κάθε αρχής και αξιώματος, αφ ετέρου δε αναβαθμίζει σε όργανα μιας υέρτατης εξουσίας τα συγκεκριμένα MME και τους δημοσιογράφους ου τα  υηρετούν.